Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Ο Λευκός Πύργος


Ο Λευκός Πύργος άλλαξε πολλά ονόματα και χρήσεις ώσπου να αποκτήσει τη σημερινή του ονομασία και λειτουργία. Τον 18ο αιώνα ονομαζόταν «Φρούριο της Καλαμαριάς» και κατά τον 19ο αιώνα, οπότε λειτουργούσε ως φυλακή βαρυποινιτών, «Πύργος των Γενιτσάρων» και «Kanli-Kule», δηλαδή Πύργος του Αίματος. Το 1890 ο φυλακισμένος στον πύργο Nathan Guéledi τον ασβέστωσε, με αντάλλαγμα την ελευθερία του: από τότε αναφέρεται ως Beyaz-Kule, δηλαδή Λευκός Πύργος.

Κατά την επικρατέστερη άποψη η χρονολόγηση του μνημείου τοποθετείται αμέσως μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους (1430). Μετά την απελευθέρωση (1912) το μνημείο περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο και στους χώρους του εγκαταστάθηκαν κατά καιρούς η αεράμυνα της πόλης, το εργαστήριο Μετεωρολογίας του Πανεπιστημίου και έως το 1983 συστήματα Ναυτοπροσκόπων. Με δεδομένη την ιστορικότητα του μνημείου και τον χαρακτήρα του ως συμβόλου της πόλης κρίθηκε σκόπιμο να δοθεί στο Λευκό Πύργο νέα χρήση και να λειτουργήσει ως εκθεσιακός χώρος. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία ξεκίνησε το 1983 στο μνημείο αναστηλωτικές εργασίες προκειμένου να συντηρηθεί και να διαμορφωθεί κατάλληλα σε εκθεσιακό χώρο.

Από το 1985 παρουσιάστηκε στον Λευκό Πύργο η μόνιμη έκθεση «Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Τέχνη», έως το 1994 οπότε άνοιξε το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και τα εκθέματα άρχισαν να μεταφέρονται σταδιακά σε αυτό.

Το 2001 παρουσιάστηκε στο Λευκό Πύργο η εντυπωσιακή έκθεση «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο» στο πλαίσιο του δικτύου τριών εκθέσεων με το γενικό τίτλο «Ώρες Βυζαντίου, Έργα και Ημέρες στο Βυζάντιο» και το 2002 έκθεση έργων του ζωγράφου και συντηρητή αρχαιοτήτων Φώτη Ζαχαρίου με τον τίτλο «Aθως: Αποτυπώσεις και Μνήμες».

Ο Λευκός Πύργος θα φιλοξενήσει τη νέα μεγάλη μόνιμη έκθεση που οργανώνει το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, αφιερωμένη στην πόλη της Θεσσαλονίκης και τους ανθρώπους της.


Καθώς οι εργασίες για την προετοιμασία της έκθεσης έχουν ήδη ξεκινήσει, το μνημείο θα παραμείνει κλειστό για το κοινό έως τα μέσα του 2007, οπότε αναμένεται να ανοίξει η έκθεση.


Η έκθεση επιχειρεί να προβάλει τα στοιχεία που διακρίνουν διαχρονικά τη Θεσσαλονίκη, όπως ο αστικός και ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της. Η πόλη, από την ίδρυσή της το 315 π.χ. και σε όλη σχεδόν την ιστορική της διαδρομή, παρέμεινε σημαντικό αστικό κέντρο. Χάρη στη γεωγραφική της θέση, άλλωστε, αποτελούσε πνευματικό, εμπορικό και οικονομικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής της, αλλά και σημείο επαφής και επικοινωνίας διαφόρων πολιτισμών.

Εστιάζοντας σε στιγμές-ορόσημα και σε ιδιαίτερες πτυχές της ζωής της πόλης, στους έξι ορόφους του Λευκού Πύργου αναπτύσσονται θεματικές ενότητες που αφορούν την ίδρυση της Θεσσαλονίκης, τη θέση της στον γεωγραφικό χώρο, την πολεοδομική της εξέλιξη, σημαντικές στιγμές της ιστορίας της, την κομβική εμπορική της θέση στο σταυροδρόμι χερσαίων και θαλάσσιων δρόμων, το μωσαϊκό των κατοίκων της, καθώς και την πνευματική και πολιτιστική ζωή της. Το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται τα θέματα της έκθεσης ξεκινά από την ίδρυση της πόλης και φτάνει, κατά περίπτωση, έως και το πρόσφατο παρελθόν της.

Η νέα έκθεση στο μνημείο του Λευκού Πύργου, που από συγκυρία της τύχης αποτελεί το σύμβολο της Θεσσαλονίκης, δεν απευθύνεται μόνο στους επισκέπτες που επιθυμούν να γνωρίσουν την πόλη, αλλά πρώτα απ' όλα στους κατοίκους της

Ο τοίχος που τον περιέβαλλε κατεδαφίστηκε το 1917

Ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης είναι ένας οχυρωματικός πύργος του 15ου αιώνα, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια ως κατάλυμα φρουράς Γενιτσάρων και ως φυλακή θανατοποινιτών. Είναι ένα από πιο γνωστά κτίσματα-σύμβολα πόλεων στην Ελλάδα. Έχει 6 ορόφους, 34 μέτρα ύψος και 70 μέτρα περίμετρο.

Ονομασίες

Στην αρχή ονομαζόταν Πύργος του Λέοντος, όπως αναφέρει τουρκική επιγραφή του 1535-1536, η οποία υπήρχε στην είσοδό του εξωτερικού περιβόλου (τώρα κατεδαφισμένος) και η οποία μάλλον αναφερόταν στη χρονολογία κατασκευής του περιβόλου.[1]

Από τον 17ο αιώνα και μετά ονομαζόταν ανεπίσημα Φρούριο της Καλαμαριάς/Kelemeriye Kal’asi

και Πύργος των Γενιτσάρων. Μετά την διάλυση του τάγματος των Γενίτσαρων το 1826 αποκτά το όνομα Kanli-Kule, δηλαδή Πύργος του Αίματος λόγω των σφαγών των Γενιτσάρων. Το όνομα διατηρείται και μετά το 1826 λόγω της λειτουργίας του ως φυλακή μελλοθανάτων και τόπο βασανιστηρίων, τα οποία συχνά εκτελούνταν από τους Γενιτσάρους γεμίζοντας με αίμα τους τοίχους.[1] Το σύγχρονο όνομά του το πήρε όταν ένας εβραίος κατάδικος, ο Nathan Guidili[2], τον ασβέστωσε με αντάλλαγμα την ελευθερία του, το 1891.[1] Μέχρι το 1912 ο χριστιανικός πληθυσμός συνεχίζει να τον αναφέρει Kanli-Kule[3] , ενώ ο εβραϊκός υιοθετεί το Torre Blanca[4], που υιοθετούν και οι τούρκοι ως Beyaz-Kule, δηλαδή Λευκός Πύργος.

Ιστορία

Κατά την Τουρκοκρατία έγιναν προσθήκες και τροποποιήσεις στα τείχη της πόλης, στις οποίες εντάσσεται και ο Λευκός Πύργος, μαζί με το Επταπύργιο και τον Πύργο Τριγωνίου). Ο τελευταίος χρονολογείται τον 16ο αιώνα.

Αναμνηστική φωτογραφία του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, επί οθωμανικής περιόδου

Διάδρομος στο εσωτερικό του Λευκού Πύργου

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς χτίστηκε, στη θέση προϋπάρχοντος βυζαντινού πύργου, ο οποίος συνέδεε το ανατολικό τμήμα της οχύρωσης της Θεσσαλονίκης (που σώζεται και σήμερα), με το θαλάσσιο (το οποίο κατεδαφίστηκε το 1867). Παλιότερα πιστευόταν πως ήταν έργο των Βενετών αλλά αυτό έχει πια απορριφθεί από τη σύγχρονη ιστοριογραφία. Κατά μία εκδοχή, η χρονολογία κατασκευής του μνημείου τοποθετείται περί το 1450-1470, λίγο μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους (1430) και πρόκειται για ένα από τα πρωιμότερα δείγματα οθωμανικής οχυρωματικής που λαμβάνει υπόψη της το πυροβολικό.[5]

Έχει διατυπωθεί η υπόθεση πως αρχιτέκτονας του Πύργου ήταν ο φημισμένος Μιμάρ Σινάν, βάσει της ομοιότητας με ανάλογο πύργο στη Valona (Αυλώνα) της Αλβανίας ο οποίος κτίστηκε τη δεκαετία του 1530. Χρονολόγηση κορμών ξύλου που χρησιμοποιήθηκαν στο Λευκό Πύργο έδειξε ότι κόπηκαν το έτος 1535 αλλά υπάρχει η πιθανότητα οι κορμοί να χρησιμοποιήθηκαν σε εκτεταμένη επισκευή του μνημείου. Όλα αυτά καταδείχνουν τις δυσκολίες στη χρονολόγηση μνημείων της οθωμανικής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής της εποχής της Αναγέννησης.[6]

Γύρω από τον πύργο υπήρχε χαμηλός οκταγωνικός περίβολος (προτείχισμα) με τρεις επίσης οκταγωνικούς πύργους, το οποίο κατεδαφίστηκε στις αρχές του 20ου αι.[1] Ο περίβολος αυτός χρησίμευε κυρίως για να προστατεύει τον Πύργο από τη θάλασσα αλλά θεωρείται πιθανή η χρήση του και για την τοποθέτηση βαρέων πυροβόλων τα οποία θα έλεγχαν την ακτογραμμή και το λιμάνι.[7]

Νεότερη χρήση

Κατά τον Α'

Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Λευκός Πύργος στέγαζε το κέντρο διαβιβάσεων των Συμμάχων, ενώ το 1916 χρησιμοποίησαν έναν όροφό του για τη φύλαξη αρχαιοτήτων από αρχαιολογικές εργασίες στη ζώνη ευθύνης του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος. Μετά την

απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (1912), το μνημείο περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο και έως το 1983 φιλοξένησε την αεράμυνα της πόλης, το εργαστήριο Μετεωρολογίας του Πανεπιστημίου και συστήματα Ναυτοπροσκόπων.[1]

Από το 1983 έως το 1985 η Αρχαιολογική Υπηρεσία συντήρησε και αναστήλωσε το μνημείο και το διαμόρφωσε σε εκθεσιακό χώρο. Από το 1985 έως το 1994 λειτούργησε η μόνιμη έκθεση «Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Τέχνη». Το 1994 άνοιξε το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και τα εκθέματα άρχισαν να μεταφέρονται σταδιακά σε αυτό. Το 2001 παρουσιάστηκε στο Λευκό Πύργο η έκθεση «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο» στο πλαίσιο του δικτύου τριών εκθέσεων με το γενικό τίτλο «Ώρες Βυζαντίου, Έργα και Ημέρες στο Βυζάντιο».[1]

Το 2002 παρουσιάστηκε έκθεση έργων του ζωγράφου και συντηρητή αρχαιοτήτων Φώτη Ζαχαρίου με τον τίτλο «Άθως: Αποτυπώσεις και Μνήμες».

Ανήκει διοικητικά στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και από το 2006 λειτουργεί μόνιμα ως Μουσείο Πόλης της Θεσσαλονίκης.

Κατασκευή

Είναι κυλινδρική κατασκευή με ύψος 33,9 μ. και διάμετρο 22,7 μ. Έχει έξι ορόφους, οι οποίοι επικοινωνούν με εσωτερικό κλιμακοστάσιο, το οποίο ελίσσεται κοχλιωτά και σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο. Με αυτό τον τρόπο, σε κάθε όροφο υπάρχει μια κεντρική κυκλική αίθουσα διαμέτρου 8,5 μ, με την οποία επικοινωνούν μικρότερα τετράπλευρα δωμάτια, ανοιγμένα στο πάχος του εξωτερικού τοίχου. Ο 6ος όροφος έχει μόνο κεντρική αίθουσα και έξω από αυτήν ένα δώμα με θέα του τοπίου γύρω από τον πύργο. Η ύπαρξη αφοδευτηρίων, τζακιών και καπναγωγών δείχνει πως ο πύργος προοριζόταν όχι μόνο ως αμυντικό έργο αλλά και για στρατιωτικό κατάλυμα.[1]

«Μπρος στον Λευκό Πύργο βλέπεις την Πλατεία του Λευκού Πύργου και τα κηπάρια του Λευκού Πύργου. Οι ονομασίες αυτές είναι ανεπίσημες καθιερωμένες από τον λαό. Η ονομασία Λευκός Πύργος είναι μετάφραση από τα ι

σπανό-εβραϊκά. Διόλου δεν αποκλείω την περίπτωση

όπου κάποιος φωστήρας θα προτείνει την

ονομασία του οθομανικού οχυρού σε Άσπρο Πύργο»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου